Αν η Ελληνική Επανάσταση του 1821 όχι μόνο διασώθηκε αλλά απέκτησε και γερό λαϊκό έρεισμα, ήταν χάρη στον πατριωτισμό, το μεγαλόπνοο σχέδιο και τη στρατηγική του αρχιστράτηγου του αγώνα Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
Ο κορυφαίος αγωνιστής της ελληνικής εθνεγερσίας συνέλαβε από τα σπάργανα το πραγματικό νόημα της επανάστασης, θεωρώντας πως επρόκειτο για ένα πανεθνικό ξεσήκωμα του σκλαβωμένου ιστορικού έθνους που πισωγύρισμα δεν είχε:
Γεννήθηκε στις 3 Απριλίου του 1770, την Δευτέρα της Λαμπρής στην Μεσσηνία.
Μεγαλωμένος μέσα σε φημισμένη οικογένεια του καιρού του ήταν ο πρωτότοκος γιος του περίφημου αρματολού Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, που είχε πρωτοστατήσει στην υποκινούμενη από τους Ρώσους ένοπλη εξέγερση της Πελοποννήσου το 1770.
Η οικογένεια των Κολοκοτρωναίων από το 16ο αιώνα, που εμφανίζεται στο προσκήνιο της ιστορίας, βρίσκεται σε αδιάκοπο πόλεμο με τους Τούρκους..
Έμεινε ορφανός σε ηλικία 10 ετών, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε από τον κατακτητή γεγονός που σημάδεψε την ζωή του.
Σχεδόν αγράμματος, μόλις που κατόρθωνε να συλλαβίζει δηλαδή, γνώριζε ωστόσο αρκετά καλά την ιστορία του γένους του. Ο γενναίος νεαρός εισχώρησε στα σώματα των κλεφτών της Πελοποννήσου στα 15 του χρόνια και λίγο αργότερα (1787) οι κάτοικοι του Ακόβου τον διόρισαν οπλαρχηγό της περιοχής!
Το 1790, σε ηλικία 20 χρονών, παντρεύτηκε τη μικρότερη κόρη του προεστού του Ακόβου, Κατερίνα Καρούσου, με την οποία απέκτησε 6 παιδιά. Ζούσε ήρεμο βίο και πλέον ήταν αγρότης, κτηνοτρόφος και μυλωνάς.
Ωστόσο, ήταν πάντα ενταγμένος στα σώματα των πελοποννήσιων κλεφτών, όπου γρήγορα διακρίθηκε για τη γενναιότητά του και έγινε πρωτοπαλίκαρο, πριν συγκροτήσει δικό του σώμα και αναπτύξει πλούσια δράση. Από το 1797, οι Τούρκοι τον βάζουν στο στόχαστρο, γι’ αυτό και για τα επόμενα 5 περίπου χρόνια (1797-1802) επιδόθηκε σε σφοδρό ανταρτοπόλεμο με τα 60 παλικάρια του, με αποτέλεσμα το 1802 να εκδόθεί φιρμάνι από την Υψηλή Πύλη εναντίον του με διαταγή να τον σκοτώσουν.
Το 1806, κατά τη διάρκεια του μεγάλου διωγμού των κλεφτών από τους κατακτητές, κατόρθωσε να διασωθεί και να καταφύγει στη Ζάκυνθο, όπου κατατάχθηκε στον αγγλικό στρατό κι έφθασε μέχρι το βαθμό του ταγματάρχη και από εκεί προέρχεται και η επίσημη στολή με τη χαρακτηριστική κόκκινη περικεφαλαία με τον λευκό σταυρό και τη χαραγμένη λέξη «ΕΙΘΕ».
Μετά το θάνατο της γυναίκας του, εγκατέλειψε τη Ζάκυνθο μεταμφιεσμένος σε καλόγερο και αποβιβάστηκε στη Μάνη, όπου ύψωσε μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στις 23 Μαρτίου 1821 το λάβαρο της επανάστασης στην Καλαμάτα και τέθηκε επικεφαλής πολλών ακόμα αγωνιστών, απελευθερώνοντας την πόλη!
Η νίκη των Ελλήνων στο Βαλτέτσι και η άλωση της Τριπολιτσάς (1821), που οφείλονται αποκλειστικά και μόνο στον Κολοκοτρώνη, τον επέβαλαν ως αρχηγό του επαναστατικού στρατού της Πελοποννήσου.
Στη μάχη των Δερβενακίων (26 – 28 Ιουλίου 1822), όπου καταστράφηκε ο στρατός του Δράμαλη, αναδείχθηκε η στρατηγική του ιδιοφυΐα και η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον διόρισε αρχιστράτηγο των επαναστατικών δυνάμεων.
Η ίδια, όμως, κυβέρνηση θα τον φυλακίσει στην Ύδρα, κατά τη διάρκεια των εμφύλιων συρράξεων ( 1823 και 1824) όπου είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Την στιγμή που ο Κολοκοτρώνης αγωνίζεται στα πεδία των μαχών, οι πολιτικοί άντρες προσπαθούσαν να μειώσουν την δύναμή του και να αμφισβητήσουν την εξουσία του.
Η ρήξη μεταξύ τους είναι πλέον ολομέτωπη. Στις 13 Νοεμβρίου 1824, οι πολιτικοί αντίπαλοι σε μια άνανδρη κίνηση σκοτώνουν τον γιο του Πάνο, κλονίζοντας σοβαρά τον οπλαρχηγό, ο οποίος παραδόθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του 1824 για να τερματιστεί ο εμφύλιος. Στις 6 Φεβρουαρίου 1825 φυλακίστηκε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία της Ύδρας, αν και τον αποφυλάκισαν αργότερα το 1825 καθώς ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ που λεηλατούσε την Πελοπόννησο.
Στο Ναύπλιο μετά την αποφυλάκιση του, καλούσε το πλήθος να θάψουν τα μίση και τις διχόνοιες ώστε μόνον έτσι θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την λυσαλέα δράση του Ιμπραήμ. Κάτω από αντίξοες συνθήκες και καθώς πολλοί έναντι χρημάτων δήλωσαν υποδούλωση, ο Γέρος αναζωπύρωσε τη σπίθα της ετοιμοθάνατης επανάστασης: με το σύνθημα «Φωτιά στα σπίτια και τσεκούρι στην περιουσία και το λαιμό εκείνων που κάνουν τα χατίρια των Τούρκων. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους!», εξαπέλυσε φόβο και τρόμο στους προσκυνημένους.
Μεταχειριζόμενος σκληρά μέτρα, απέτρεψε τον λαό της Πελοποννήσου από το να επανέλθει κάτω από την οθωμανική κυριαρχία και διατήρησε έτσι τη φλόγα του πολέμου άσβεστη, μέχρι τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου τουλάχιστον, όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις συγκατάνευσαν στην ελευθερία της Ελλάδας.
Ο Κολοκοτρώνης θεωρούσε πάντα πως οι Έλληνες έχουν χρέος να πολεμήσουν μόνοι τους για την ανεξαρτησία τους χωρίς ξένες παρεμβολές.
Στην πρώτη Εθνοσυνέλευση μαζί με τον Γεώργιο Καραϊσκάκη προτείνουν ως κυβερνήτη του νεοσύστατου ελληνικού κράτους τον Ιωάννη Καποδίστρια δείχνοντας εμφανώς την συμπάθειά του στο ρωσικό κόμμα. Για τον λόγο αυτό οι Βαυαροί του Όθωνα τον αντιμετώπιζαν με ψυχρότητα, που έφτασε σε σκευωρία κατηγορώντας τον για εσχάτη προδοσία.
Έτσι φυλακίστηκε το Σεπτέμβριο του 1833 ενώ η διαβόητη δίκη του άρχισε στο Ναύπλιο στις 30 Απριλίου 1834 . Από όλες τις βαρύτατες κατηγορίες καμία δεν αποδείχτηκε κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο, καθώς επρόκειτο για αοριστίες που δεν θεμελίωναν νομικά την παραπομπή το Κολοκοτρώνη.
Κατά τη διάρκεια της δίκης οι δικαστές Τερτσέτης και Πολυζωίδης αρνούνταν κατηγορηματικά να υπογράψουν την καταδίκη του αφού, όπως έλεγαν, με τις κατηγορίες αυτές δεν μπορούσαν όχι άνθρωπο μα μήτε γάτο να φυλακίσουν.
Η εμφάνιση του Κολοκοτρώνη στο εδώλιο του κατηγορουμένου συγκλόνισε το ακροατήριο, πόσο μάλιστα όταν ο Γέρος του Μοριά ερωτηθείς «τι επάγγελμα έχεις;», έδωσε την ιστορική απάντηση: «Στρατιωτικός. Κρατάω σαράντα εννιά χρόνους στο χέρι το ντουφέκι και πολεμώ για την πατρίδα». Το δέος απαθανατίστηκε ακόμα και στο πρόσωπο των εχθρών του οπλαρχηγού.
Παρά τη γενναία στάση των δύο εκ των πέντε δικαστών, ο Κολοκοτρώνης καταδικάστηκαν σε θάνατο και φυλακίστηκε στο Παλαμήδι. Ο Γέρος ήταν 64 ετών. Λίγο αργότερα βέβαια η ποινή του μετατράπηκε σε εικοσαετή κάθειρξη από τον βασιλιά, με τον Κολοκοτρώνη να υποδέχεται τα νέα της μετατροπής της ποινής του ως εξής: «Θα γελάσω τον βασιλιά! Δεν θα ζήσω τόσους (χρόνους)!»…
Τον Μάιο του 1835, μετά την ενηλικίωση του Όθωνα, ο Κολοκοτρώνης έλαβε βασιλική χάρη και αποφυλακίστηκε, αποκαμωμένος και εξουθενωμένος πια από τις άθλιες συνθήκες κράτησης αλλά και την ταπείνωση. Σχεδόν τυφλός και ρακένδυτος (από όπου βγήκε και η φράση «χάλια κολοκοτρωνέικα»), κατέφυγε στην Αθήνα, τη νέα πρωτεύουσα της Ελλάδας, όπου ευτύχησε βέβαια να γνωρίσει τη λαϊκή αναγνώριση για την προσφορά του στον αγώνα.
Τιμήθηκε με τον βαθμό του στρατηγού, διορίστηκε σύμβουλος Επικρατείας, βραβεύτηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος, ορίστηκε μέλος της επιτροπής για την ανέγερση του Πανεπιστημίου Αθηνών και στάθηκε πιστός σύμβουλος του Όθωνα. Φύσει ανιδιοτελής όμως, ποτέ δεν επεδίωξε προσωπικά οφέλη και ανταλλάγματα.
Ο Γέρος του Μοριά άφησε την τελευταία του πνοή στις 4 Φεβρουαρίου 1843, σε ηλικία 73 ετών, χτυπημένος από εγκεφαλικό επεισόδιο αμέσως μετά τον γάμο του μικρότερου γιου του. Αφού στεφάνωσε τον γιο του και ευθύμησε στον γάμο του, πήγε στις 3 Φεβρουαρίου στον βασιλικό χορό, όπου αστειεύτηκε με τους παλιούς του συντρόφους, συνομίλησε με τον Όθωνα και τα έτσουξε λίγο παραπάνω, πίνοντας άφθονο κρασί. Γύρω στα μεσάνυχτα «επέστρεψεν χαίρων εις την οικίαν του, κατεκλίθη εις την στρώμνην του, όπου κοιμόμενον τον προσέβαλεν η αποπληξία»
