
Αν ζούσε ο Καποδίστριας, ίσως να έμενε κι εκείνος άφωνος. Αν ζούσε ο Κολοκοτρώνης, πιθανότατα θα έπιανε το κεφάλι του.
Γιατί, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου Ναυπλίου κ. Καράπαυλο, και οι δύο υπήρξαν «ήρωες του Αλβανικού Έπους».
Ναι, σωστά διαβάσατε — το 1821 και το 1940 έγιναν ένα στο μυαλό του ανώτατου αιρετού εκπροσώπου της πρώτης πρωτεύουσας της χώρας.
Η σκηνή καταγράφηκε από τις κάμερες. Ο δημοσιογράφος, αιφνιδιασμένος, προσπάθησε να τον διορθώσει. Ο πρόεδρος, μπερδεμένος, προσπάθησε να το “μαζέψει”. Και οι Ναυπλιείς, θεατές στο σουρεαλιστικό θέαμα, αναρωτήθηκαν: αν έτσι θυμόμαστε την Ιστορία, πώς άραγε σχεδιάζουμε το μέλλον;
Κάποτε, οι πολιτικοί ηγέτες έδιναν το παράδειγμα με τη γνώση και το ήθος τους. Σήμερα, αρκεί μια κάμερα, ένα μικρόφωνο και λίγη… αυτοπεποίθηση για να γίνει κανείς “εκπρόσωπος του λαού”. Γιατί να διαβάσεις Ιστορία, όταν μπορείς απλώς να την ερμηνεύσεις ελεύθερα; Άλλωστε, ποιος θα σε ελέγξει; Οι πολίτες; Αυτοί που έχουν κουραστεί να ακούνε “πατριωτικά” λογύδρια χωρίς περιεχόμενο;
Το πιο ειρωνικό; Όλα αυτά ειπώθηκαν στο Ναύπλιο — την πόλη του Καποδίστρια, του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας. Ίσως, λοιπόν, η Ιστορία να εκδικείται: να επιστρέφει ως φάρσα, μέσα από τα λόγια εκείνων που θα έπρεπε να την τιμούν.
Και κάπου εδώ, ένα ερώτημα αιωρείται: Αν οι άρχοντες του τόπου δεν ξεχωρίζουν το ’21 από το ’40, μήπως ήρθε η ώρα να ξεχωρίσουν τουλάχιστον τη θέση τους από την καρέκλα;
Γιατί, ευτυχώς, η Ιστορία δεν γράφεται με δηλώσεις μπροστά στην κάμερα. Γράφεται με γνώση — και αν αυτή λείπει, υπάρχει πάντα μια παλιά, καλή λύση: το σχολικό βιβλίο Ιστορίας.

