
Η νέα απευθείας ανάθεση έργου ύψους 24.000 ευρώ σε συγγενικό πρόσωπο δημοτικού στελέχους φέρνει στο προσκήνιο, με οξύ τρόπο, τα ερωτήματα περί διαφάνειας και θεσμικής λειτουργίας στον Δήμο.
Αν και η διαδικασία καλύπτεται νομικά, η πολιτική διάσταση είναι βαριά: η διοίκηση καλείται να εξηγήσει γιατί επιλέγεται ξανά η οδός της απευθείας ανάθεσης σε ένα τόσο υψηλό ποσό, και μάλιστα σε πρόσωπο με οικογενειακούς δεσμούς εντός του ίδιου του μηχανισμού.
Η υπόθεση αναδεικνύει το λεπτό όριο ανάμεσα στη νομιμότητα και την πολιτική ηθική. Στο χαρτί όλα μπορεί να είναι νόμιμα· όμως στην πράξη, δημιουργείται η εντύπωση ότι η διοίκηση λειτουργεί με όρους κλειστού συστήματος, όπου οι αποφάσεις ευνοούν «δικούς της ανθρώπους».
Το ερώτημα που τίθεται είναι σαφές: πώς μπορεί να εμπιστευθεί ο δημότης τις διαδικασίες όταν βλέπει ότι οι αναθέσεις καταλήγουν σε πρόσωπα συνδεδεμένα με τη δημοτική εξουσία;
Δεν είναι η πρώτη φορά που παρόμοιες επιλογές έρχονται στην επικαιρότητα, ούτε η πρώτη φορά που ανακύπτει συζήτηση για την κουλτούρα διαχείρισης του δημοτικού χρήματος.
Η επαναληπτικότητα αυτών των πρακτικών ενισχύει την αίσθηση ότι έχει παγιωθεί μια λογική οικογενειοκρατίας και αδιαφάνειας, σε βάρος της αξιοκρατίας και της ανοιχτής διαδικασίας.
Το ζήτημα δεν περιορίζεται σε μια τυπική ανάθεση, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής νομιμοποίησης: εάν η διοίκηση δεν διασφαλίζει απολύτως καθαρές διαδικασίες, τότε υπονομεύει την ίδια τη σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία.
Στην εποχή που η διαφάνεια αποτελεί ζητούμενο σε κάθε βαθμίδα εξουσίας, τέτοιες επιλογές πλήττουν το κύρος του θεσμού της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Αγγ.Κ.

