Ο θάνατος ως διαχρονικό και αναπόφευκτο γεγονός φαίνεται πως απασχολεί την ανθρώπινη ύπαρξη από την εμφάνισή της. Τα ερωτήματα και ο φόβος που επικρατούν γύρω από το σκοτάδι του θανάτου οδηγούν τους ανθρώπους κάθε εποχής σε ανάπτυξη τελετουργιών, ακόμη και τρόπων ζωής, με βάση την ανάγκη εξευμενισμού μιας ανώτερης δύναμης.

Η θρησκεία παίρνει τα ηνία από την επιστήμη και εξηγεί τι συμβαίνει μετά το θάνατο. Σε κάθε πολιτισμό διαφέρουν οι αντιλήψεις, πάντα όμως διατηρείται μια κοινή βάση που αφορά το μετά τον θάνατο και τη φροντίδα των νεκρών.

Το μοιρολόι είναι μια εξευγενισμένη έκφραση του πόνου της απώλειας. Ήδη από τους αρχαίους χρόνους ήταν ανεπτυγμένο, όπως φαίνεται στα Έπη του Ομήρου.

Σε νεότερα χρόνια και ιδίως μετά την εμφάνιση του Χριστιανισμού, το μοιρολόι συγκρούεται με τις ψαλμωδίες των ιερέων και απαγορεύτηκε σε κηδείες χριστιανικές ,διότι ανήκε στην αρχαία θρησκεία, ενώ σε κάποιες περιοχές παρέμεινε ως και τον 20ο αιώνα σε μεγάλο βαθμό με διάφορες χριστιανικές προσμίξεις. Η περιοχή της Μάνης είναι η κατεξοχήν διασημότερη περιοχή για τα μοιρολόγια της και μάλιστα το μοιρολόι μονοπωλεί την ποιητική και μουσική της έκφραση.

Όταν κάποιος μελετά τις παραδόσεις της Μάνης, χρειάζεται να έχει πάντα υπόψιν του το γεωμορφολογικό της υπόβαθρο, το οποίο ήταν ο βασικός παράγων της διαμόρφωσης του πολιτισμού της.
Η Μάνη ενώ είναι διαιρεμένη γεωπολιτικά, οι άνθρωποί της ενώνονται από κοινές παραδόσεις. Βρίσκεται στο μεσαίο πόδι της Πελοποννήσου και χωρίζεται σε Μέσα Μάνη, Έξω Μάνη και Κάτω. Η Μέσα Μάνη ξεκινά από την οριζόντια γραμμή του Οιτύλου ως και το ακρωτήρι Ταίναρο. Η Κάτω Μάνη είναι βόρειο ανατολικά του ποδιού.

Η Μέσα και Κάτω Μάνη είναι Λακωνικές ενώ η Έξω(βορειοδυτικά) είναι Μεσσηνιακή κυρίως. Ο Ταΰγετος είναι η οροσειρά που τέμνει κάθετα το μεσαίο πόδι και χωρίζει τη Μάνη σε μέρη. Εξαιτίας του και εξαιτίας διαφόρων γεωλογικών παραγόντων, η Κάτω Μάνη και η Μέσα Μάνη είναι άνυδρες με χαμηλή βλάστηση, ενώ η Μέσα Μάνη είναι η πιο φτωχή περιοχή της Πελοποννήσου. Η Μέσα Μάνη με τη σειρά της, χωρίζεται από τον Ταΰγετο σε αποσκιερή(δυτικά) και προσηλιακή(ανατολικά). Το έδαφός της είναι φτωχό άνυδρο και πετρώδες.
Το αλάτι από την θάλασσα (ως δώδεκα χλμ η απόσταση από ενδοχώρα) είναι τρομερά καταστροφικό για τις σοδειές και την ευφορία του εδάφους. Παντού κυριαρχεί γυμνός βράχος που ψήνεται κάτω από το λιοπύρι. Το μόνο δέντρο που ευδοκιμεί είναι η ελιά, η οποία είναι πολύ κοντή σε ύψος εξαιτίας του υπεδάφους. Κακτοειδή φυτά, άγριες πόες και φρύγανα βρίσκονται όπου επιτρέπει ο βράχος. Οι κάτοικοι, επομένως, αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσκολίες επιβίωσης, με φτωχή διατροφή. Ζούσαν από την κτηνοτροφία, την ελιά και την πειρατεία (κυρίως την τουρκοκρατία). Η ζωή, δύσκολη και σκληρή στη Μάνη, έφτιαξε ανθρώπους δυναμικούς ,«άγριους», με αυστηρά ήθη και τραχύ χαρακτήρα.

Μικρή ιστορική αναδρομή

Η κατοίκηση στην περιοχή ξεκινά ήδη από την πρώιμη Εποχή του Χαλκού σε μικρούς οικισμούς. Από το 510πΧ. ως το 156πΧ. η Μάνη ήταν σπαρτιατική επαρχία και ανήκε στο Κοινό των Λακεδαιμονίων. Από το 21πΧ. ως το 296μΧ. αποτέλεσε ρωμαϊκή επαρχία.
Με την κατάλυση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας μια μακρά εποχή αναταραχών εγκαινιάζεται. Εχθρικά φύλα( Βησιγότθοι κα.) επιδράμουν και εγκαθίστανται σε διάφορες περιοχές της Μάνης. Η πειρατεία απειλεί τους παράκτιους οικισμούς, με αποτέλεσμα διαρκώς να μειώνονται ή να μεταφέρονται στην ενδοχώρα στους πρόποδες του Ταΰγετου.

Αποκορύφωμα της διαδικασίας ήταν ο 10ος αι. Φαίνεται πως μέχρι τότε οι Μανιάτες απείχαν από το χριστιανισμό και τον 10ο αι. παρατηρείται μια έκρηξη κατασκευής χριστιανικών εκκλησιών στην ενδοχώρα. Η αρχαία θρησκεία ήταν διατηρημένη σε μεγάλο βαθμό, ενώ σε έγγραφα βυζαντινών αρχόντων οι Μανιάτες συνδέονται άμεσα ως απόγονοι των κατοίκων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η Μέσα Μάνη ήταν η πιο εσωστρεφής.

Το φτωχό έδαφος και οι δυναμικοί της άνθρωποι, ήταν όπως αποδεικνύει και η δύσκολη διάδοση του χριστιανισμού, αφοσιωμένοι στο παρελθόν και στη διατήρηση των παραδόσεων των προγόνων τους. Η περιοχή της Μέσα Μάνης ήταν η μόνη που έμεινε εκτός από το κύμα μετακίνησης πληθυσμών τα βυζαντινά χρόνια και από τον φραγκικό αποικισμό του 13ου αι., κυρίως αρνούμενη να μοιραστεί τον τόπο της με διαφορετικό «αίμα», ενώ τα άνυδρα και μη εύφορα εδάφη της ήταν αίτιο αποφυγής.

Κατά την Τουρκοκρατία, η Μέσα Μάνη ήταν πολιτικό καταφύγιο ευγενών, με ιδιαίτερα προνόμια από τους Τούρκους και ανεξαρτησία. Η Μάνη δεν υποδουλώθηκε ποτέ από τους Τούρκους ,κυρίως λόγω των δυναμικών της κατοίκων, οι οποίοι από την εποχή του Βυζαντίου έμεναν σε πυργόσπιτα και ασχολούνταν με την πειρατεία. Ήταν μη συμφέρον στην αυτοκρατορία να τα «βάλει» μαζί τους, διότι ήταν ικανοί να της προκαλέσουν πρόβλημα. Βέβαια, η περιοχή της νοτιοανατολικής Πελοποννήσου ουκ ολίγες φορές πέρασε σε χέρια Βενετών κατά τους Βενετοτουρκικούς πολέμους σε μια περίοδο που έχουμε μετακίνηση των Μανιατών στην Κορσική και Κάτω Ιταλία.

Μοιρολόγια της Μάνης

Η Μάνη, δύσβατη και φτωχή, ως είναι, δημιούργησε έντονους συγγενικούς δεσμούς ανάμεσα στις οικογένειές της, με σκοπό την επιβίωση. Όταν οι δεσμοί διαρρηγνύονταν με το θάνατο, η απώλεια προκαλούσε μεγάλο κενό στην οικογένεια τόσο συναισθηματικό όσο και πρακτικό (εργασία).
Τα μοιρολόγια είναι έμμετρα ποιητικά δημιουργήματα, αυτοσχέδια στη Μέσα Μάνη, με περιεχόμενο επαινετικό προς τους νεκρούς ή σπαρακτικό. Βέβαια, τα μοιρολόγια της Μάνης χωρίζονται σε διάφορα είδη, από μοιρολόγια γδικιωμού ως μοιρολόγια σπαραγμού. Είναι διαχρονικό ταφικό έθιμο από τα χρόνια του Ομήρου. Η ετυμολογία της λέξης προέρχεται από τις λέξεις μοίρα και λέγω. Ουσιαστικά, λέω τη μοίρα κάποιου. Ο Αδαμάντιος Κοραής πρότεινε την ετυμολογία από το μύρομαι και λέγω . Τα μύρα ήταν τα αρώματα που άλειφαν το νεκρό(μυροφόρες), όμως ίσως είναι χριστιανική ερμηνεία, μιας και η λέξη μοίρα χρησιμοποιούνταν ήδη από τον Όμηρο και είχε κυρίως αρνητική χροιά, όπως και σε ένα μοιρολόι.

Τα μοιρολόγια της Μάνης ακολουθούν δεκαπεντασύλλαβο στίχο, όπως και τα δημοτικά τραγούδια. Εξαίρεση είναι η Μέσα Μάνη, η οποία χρησιμοποιεί κυρίως αρχαϊκό οκτασύλλαβο ή μεικτό. Αποτελούν το σημαντικότερο είδος ποιητικής δημιουργίας της Μάνης και σχεδόν έχουν κυριαρχήσει έναντι τραγουδιών διαφορετικού είδους.

Οι επαγγελματίες θανάτου, δηλαδή οι μοιρολογίστρες είναι διαδεδομένοι στη Μάνη. Ήταν σημαντικά πρόσωπα, κυρίως γυναίκες, αγαπητά και εξέχοντα, τα οποία ήξεραν την τέχνη του μοιρολογιού.Το εντυπωσιακό είναι πως συναντάμε και στον Όμηρο επαγγελματίες, κυρίως στην Ιλιάδα, που ονομάζονται «θρηνωδοί». Ο Όμηρος δε διαχωρίζει γυναίκες και άνδρες από το θρήνο, ήταν “δουλειά” και των δύο φύλων, βέβαια φαίνεται πως με τα χρόνια οι άνδρες απομακρύνονταν από τις έντονες εκφράσεις πόνου.

Το «κλάμα», όπως ονομάζουν το μοιρολόι οι Μανιάτες, ξεκινούσε 48 ώρες μετά το θάνατο, διότι έπρεπε να σιγουρευτούν πως δε θα υπάρξει νεκροφάνεια. Το βράδυ πριν την ταφή οι συγγενείς και γείτονες πήγαιναν στο σπίτι του νεκρού για να τον τιμήσουν και να τον χαιρετίσουν. Οι γυναίκες οι πιο κοντινές, κυρίως οι συγγένισσες, έπλεναν το νεκρό, τον έντυναν με καλά ρούχα, τον έβαζαν στο νεκροκρέβατο (τα πόδια προς ανατολάς) και έπρεπε οπωσδήποτε να κλείσουν τα μάτια και το στόμα του, διότι μέσα από τα ανοίγματα μπορούσε το μίασμα του θανάτου να επιμολύνει την κοινότητα. Έπειτα, μαζεύονταν όλες μαζί πάνω από το κρεβάτι και συχνά ακουμπώντας το νεκρό τραγουδούσαν μοιρολόγια όλη νύχτα ως το επόμενο μεσημέρι που γινόταν η ταφή(«ξενύχτισμα») .

Η διαδικασία γινόταν στο σπίτι ή στην εκκλησία αν δεν υπήρξε χώρος. Μόνο οι γυναίκες μοιρολογούσαν, οι άνδρες ήταν σιωπηλοί παρατηρητές . Το «σκούξιμο», όπως διαφορετικά αποκαλούν το κλάμα, ήταν αυστηρά οργανωμένο και έπρεπε να είναι έντονο, διαφορετικά ο νεκρός δε θα ησύχαζε. Οι γυναίκες τραγουδούσαν όλες το μοιρολόι τους, το οποίο ήταν αυτοσχέδιο και έπαιρναν το λόγο από τη προηγούμενη.

Με τη σειρά γίνονταν οι κορυφαίες του σκουξιματος και οι υπόλοιπες επαναλάμβαναν τον τελευταίο στίχο ή λεξη. Η «ηθική της αντιφώνησης» ήταν ακριβώς αυτή η μετάβαση από τη μια μοιρολογίστρα στην επόμενη και έδειχνε μεν ανταγωνισμό για το καλύτερο μοιρολόι, όμως είχε σκοπό την ανάδειξη της συμπαράστασης μεταξύ των γυναικών. Επίσης, θεωρούσαν τους εαυτούς τους αντιπροσώπους του νεκρού.

Το μοιρολόι δημιουργούσε μια γυναικεία δύναμη εξουσίας σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Συνήθως οι μοιρολογίστρες, τραγουδούσαν τα μοιρολόγια τους με ένα διαλεκτικό τρόπο, σαν να απαντούν στην προηγούμενη τους. Η διαδικασία του μοιρολογιού όμως, δεν ήταν μια ήρεμη τελετουργία. Οι γυναίκες μαυροφορεμένες, ξερίζωναν τα μαλλιά τους, στηθοκοπιούνταν, και έγδερναν τα μάγουλά τους. Επισκέπτες που πρώτη φορά έβλεπαν μοιρολόι, σίγουρα διακατέχονταν από φρίκη. Αυτό, βέβαια, ήθελαν οι Μανιάτισσες, μια ατμόσφαιρα πανικού, «αναμπουμπούλας» . Όταν υπήρξε επαγγελματίας μοιρολογίστρα μη συγγενής, έκλαιγε σαν να ήταν δικός της άνθρωπος. Η θλίψη έπρεπε να είναι εμφανής για να είναι πετυχημένη η διαβατήρια τελετή προς τον Κάτω Κόσμο. Ήδη από το δρόμο προς το σπίτι, οι επισκέπτες του νεκρού φώναζαν σπαρακτικά «αδέρφι, αδέρφι» αν ο νεκρός ήταν αδερφός τους ή αδερφή τους και «αφέντη, αφέντη» στον πατέρα. Ήταν υποχρέωση της κόρης να κλάψει τον πατέρα, της αδερφής τον αδερφό, της γυναίκας το σύζυγο.

Η θεατρικότητα και η κίνηση των χεριών είναι από τα δομικά στοιχεία του «κλάματος.»
Ο θάνατος κάποιου σε μια κλειστή κοινωνία, όπως η Μέσα Μάνη, ήταν ένα γεγονός που προκαλούσε απότομη μεταβολή της ζωής της κοινότητας. Όποιος άκουγε το μαντάτο άφηνε τη δουλειά του στη μέση και έτρεχε προς το σπίτι των συγγενών. Ο θάνατος ήταν μόλυνση και απαιτούσε τελετουργίες κάθαρσης, όπως αυτή του κλάματος, της φροντίδας και της περιποίησης του νεκρού.

Όταν ο νεκρός ήταν άνδρας, τιμώνταν όσο το δυνατόν καλύτερα. Οι άνδρες της οικογένειας μπορεί να ήταν γενάρχες ή εν δυνάμει γενάρχες, οι οποίοι τιμώνταν πάντα για χρόνια μετά ως η ρίζα του γένους. Οι άνδρες βέβαια, γενικά είχαν τη μεγαλύτερη δύναμη στην Μάνη εις βάρος των γυναικών. Κατά τη γνώμη μου, αυτός είναι ο λόγος που οι γυναίκες κράτησαν πάνω τους το ρόλο των μοιρολογιστρών, με σκοπό να έχουν κάποια πνευματική δύναμη σε κοινωνικό επίπεδο έναντι των ανδρών.

Οι γυναίκες είχαν μια κρυφή κοινωνική επιρροή και έπαιζαν πολύ σημαντικό ρόλο, όπως αναλύεται παρακάτω, σε περιπτώσεις βεντέτας.

Πιο συγκεκριμένα, σε επίπεδο περιεχομένου των μεσομανιάτικων μοιρολογιών, έχουμε, όπως αναφέρεται παραπάνω, διαφόρων ειδών μοιρολόγια. Υπάρχουν τα μοιρολόγια της ξενιτιάς, του γδικιωμού, του Κάτω Κόσμου, του σπαραγμού κα.

Τα μοιρολόγια που αφορούν θανάτους, ενώ τα δημοτικά τραγούδια μερικές φορές έχουν λυτρωτικό χαρακτήρα , στη Μέσα Μάνη είναι θλιβερά και εκφράζουν τον πόνο για την απώλεια. Ξεκινούν αρκετές φορές με ρητορικές ερωτήσεις προς το νεκρό και παρομοιάζουν το θάνατο με την απρόβλεπτη φύση και τα φυσικά φαινόμενα.

Η δομή τους είναι πολύ απλή εφόσον είναι αυτοσχέδια. Το εντυπωσιακό με τα μεσομανιάτικα μοιρολόγια είναι πως αναφέρονται συχνά σε Κάτω Κόσμο και Χάροντα, όχι πχ. σε Παράδεισο ή Κόλαση. Ως γνωστόν, ο Κάτω Κόσμος ήταν ο κόσμος των νεκρών των αρχαίων και όχι των χριστιανών, ενώ ο Χάρος ήταν αυτός που περνούσε τις ψυχές από τον Αχέροντα χρεώνοντας τις έναν οβολό. Όπως είδαμε, η Μάνη άργησε να αποδεχτεί το χριστιανισμό, οι παραδόσεις τις ήταν ισχυρές και συνέχισαν να υπάρχουν ενσωματωμένες στα χριστιανικά πρότυπα.

Επίσης, ο χριστιανισμός απέρριπτε τις έντονες εκφράσεις των μοιρολογιών και απαγόρευε το μοιρολόγισμα στην εκκλησία. Στη Μάνη βέβαια, οι περισσότερες εκκλησίες ανήκαν σε εύπορες οικογένειες και οι ιερείς ήξεραν πως οι ντόπιοι ήταν απαιτητικοί με τις παραδόσεις τους. Επομένως, προέκυψαν στη Μάνη ταφικά έθιμα με χριστιανικές και αρχαϊκές προσμίξεις.

«Τη νύχτα την εχτεσινή
αναταράχτηκεν η γης
κι εγίνηκ’ ανακύληση
στο σπίτι του πατέρα μου
τα θεμέλια είχαν κλονιστεί
μα τώρα πάει κι η σκεπή.
………………………….
Φύσηξ’ ένας Ντελή Βοριάς
και πήρε στάρι κι άχιουρα
και τίποτα δεν αφήκε.
Μόν’ (έ)να κουκάκι αγριοφακή
πόναι φαρμάκι κι αλοή:
Τη μαυρισμένη Κυϊριακή
Που κάλλια ήτα να μη ζεί”»
(ανακτήθηκε από την συλλογή του Κ.Κάσσιου,
«Μοιρολόγια Μάνης» και
«Τραγούδια Ν. Πελοποννήσου»

Το παραπάνω μοιρολόι στηρίζει τα πρότερα σχόλια. Αναφέρεται σε μια νύχτα, ώρα που επικρατεί το άγνωστο μέσα στο σκοτάδι, προφανώς τη στιγμή που η ψυχή αφήνει το σώμα και μας παρουσιάζει τα φυσικά φαινόμενα που συνδέονται με το ψυχορράγημα. Σεισμός δυνατός που ανατάραξε ως και τα θεμέλια του σπιτιού, έριξε τη στέγη και ο Βοριάς φύσηξε δυνατά παίρνοντας τα πάντα με το πέρασμά του.

Ο ρόλος των φυσικών φαινομένων είναι υποδηλωτικός μιας επερχόμενης μεταβολής, εδώ του θανάτου. Μάλιστα, βλέπουμε πως χρησιμοποιούνται μόνο τα φυσικά φαινόμενα που επηρεάζουν αρνητικά τους ανθρώπους, πχ ο σεισμός.

«Κατά μεριά να κάτσωμεν εμείς οι λυπημένοι
να μαζωχτούν τα δάκρυα μας να γίνουνε ποτάμι,
να κάνουνε νεροσυρμή, να παν στον Κάτου Κόσμο,
για να νιφτούν οι άνιφτοι, να πιουν κι οι διψασμένοι,
να πλύνουν κι οι βεργόλιγνες τα σκουρομάντηλά τους,
να ρίξουν κι οι γραμματικοί νερό ‘ς τα καλαμάρια
να πλύνουν και τα ρούχα τους οι ματωκυλισμένοι».
(ανακτήθηκε από την συλλογή του Κ. Πασαγιάννη “Μανιάτικα μοιρολόγια και τραγούδια)

Το παραπάνω μοιρολόι (του Κάτω Κόσμου) αναφέρεται στον πόνο για το θάνατο που με τη σειρά του προκαλεί το κλάμα, ενώ δίνει βάση στο υγρό στοιχείο. Γενικά , ακόμη και το πλύσιμο του νεκρού και αρκετές φορές το πλύσιμο του σπιτιού μετά το θάνατο έχει σκοπό τον εξαγνισμό από τη «μόλυνση».

Τα υγρά ως διαλύτες καθαρίζουν ηθικά και πνευματικά. Είναι απορίας άξιο πώς ομοιάζει τόσο πολύ το μοιρολόι αυτό με το μύθο του Οδυσσέα που κάνει θυσία και μεταφέρει το αίμα των ζώων στο Κάτω Κόσμο να πιούν οι σύντροφοί του που άδοξα έφυγαν χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα.

Η τηλεφωνική και κατ’ιδίαν συνέντευξη με τον Γεώργιο Κουτσολιάκο, ο οποίος κατοικεί στην Έρημο της Μέσα Μάνης και είναι 92 χρονών απέδωσε στοιχεία όπως:

•τη αμφισβητούμενη γυναικεία απογραφή ( δηλαδή δεν ξέρουμε πότε μια γυναίκα γεννιόταν ή πέθαινε)
• τον “χρωματισμό” του Μανιάτικου μοιρολογιού από το γυναικείο φύλο
•Εξαιρέσεις όπου και άνδρες μοιρολογούσαν
•Τον ανταγωνισμό που δημιουργούσε ένα μοιρολόι
•την έντονη κοινωνική ισχύ του μοιρολογιού
•τη χρήση του σε περιπτώσεις εκδίκησης
• μοιρολόγια παιδιών είχαν σπαρακτικό περιεχόμενο και όχι τιμητικό, εφόσον ήταν μη διαμορφωμένοι άνθρωποι.
•η διακοπή του από το 1960 και μετά
• Διαφοροποίηση από τον χριστιανισμό.

Αρχαίος θρήνος

Στην αρχαιότητα δεν υπάρχει ο όρος μοιρολόι, είναι βυζαντινός. Το μοιρολόι αναφέρεται ως θρήνος. Οι πηγές μας είναι ο Όμηρος και οι τραγικοί ποιητές. Διάφορες επιγραφές ή δοκίμια μας διαφωτίζουν, επίσης, περί των θρηνητικών ασμάτων . Σημαντικοί είναι οι θρήνοι της Ανδρομάχης, της Ελένης, του Αχιλλέα κα. Άνδρες και γυναίκες μοιρολογούσαν με προτίμηση οι γυναίκες, επειδή εξέφραζαν πιο έντονο συναίσθημα. Ο θρήνος διαφέρει από τον γόο που επίσης αναφέρεται στον Όμηρο.

Ο θρήνος ήταν το μελωδικό άσμα συνήθως των θρηνωδών, που ήξεραν να τον φτιάχνουν, ενώ ο γόος είχε πιο προσωπικό χαρακτήρα, αφορούσε το κλάμα , τον οδυρμό των συγγενών. Επίσης διαφορετικός είναι και ο επιτάφιος λόγος, ο οποίος γραφόταν από ειδικούς και ήταν τιμητικός προς το νεκρό χωρίς έντονα πένθιμο χαρακτήρα.(πχ ο Επιτάφιος του Περικλή).

Ο αρχαίος θρήνος διαδραματιζόταν αμέσως μετά τον θάνατο ή ακόμη και εννιά μέρες μετά. Κατά τη διάρκεια της πρόθεσης (παρουσίαση του νεκρού στον κόσμο με σκοπό την τίμησή του πριν την ταφή) οι γυναίκες όπως και όποιος άνδρας επιθυμούσε εξέφερε το θρήνο του ή οι συγγενείς τον γόο μέσα σε ένα κλίμα τιμής και φροντίδας προς το νεκρό. Πριν τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα, ο θρήνος έβγαινε εκτός ορίων.

Οι τιμές μπορεί να διαρκούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι γυναίκες ξερίζωναν τα μαλλιά τους, έκλαιγαν δυνατά, έγδερναν το πρόσωπό τους και αλείφονταν με χώμα ή κάρβουνο. Ο Σόλωνας απαγόρευσε τις πολύ πλούσιες κηδείες και την υπερβολή, διότι διχάζονταν κοινωνικά οι πολίτες.(έχοντες και μη έχοντες)

Η αναπαράσταση των εκδηλώσεων αυτών σε αγγεία της αρχαιότητας μας είναι ίδιαιτερα πολυτιμη. Σε κορινθιακή υδρία του ζωγράφου του Δάμωνα από την Ετρουρία που φέρει σκηνή θρήνου των Νηριήδων για τον Αχιλλέα (εικόνα 5)είναι ευκρινής η κίνηση των γυναικών που τραβούν την κόμη τους, ενώ το κεφάλι του Αχιλλέα ακουμπά η μητέρα του Θέτιδα.

Αν η εικόνα αυτή είχε ήχο θα ακούγαμε το ηχητικό χάος ενός θρήνου. Στην εικόνα 6 φαίνεται, επίσης η πρόθεση σε μια σκηνή ολοφυρμού. Οι μορφές κοιτούν σε διαφορετικά σημεία ,τραβούν την κόμη τους οι γυναικείες με δραματικές κινήσεις των χεριών, όπως ακριβώς και οι άνδρες. Είναι άξιο αναφοράς το μαύρο χρώμα των γυναικείων μορφών δεξιά. Οι γυναίκες βάφονταν με κάρβουνο ή φορούσαν μαύρα ως επίδειξη πόνου.

Η αντίληψη για το θάνατο και οι πρακτικές στην αρχαιότητα δε διαφέρουν από τα μανιάτικα πρότυπα. Η πρόθεση, έμοιαζε με το ξενύχτισμα και ο άκλαυτος νεκρός ήταν ντροπή για όλη την κοινότητα. Ο θρήνος ήταν έμμετρος, όπως τα μανιάτικα μοιρολόγια και υπήρξαν και επαγγελματίες «θρηνωδοί». Στην αρχαία τραγωδία διαρκώς έχουμε θρήνους με τη συνοδεία του χορού.

Ο μονωδός είναι ο κορυφαίος και ο χορός επαναλαμβάνει ή απαντά. Είναι πολύ σημαντικό να αναφέρουμε πως οι αρχαίοι πίστευαν σε μια διαχρονική επιβίωση της ψυχής στο Κάτω Κόσμο, η οποία έχανε τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, πχ δεν έβλεπε ή ήταν άμορφη. Το σώμα γινόταν χώμα και γυρνούσε εκεί όπου γεννήθηκε. Οι Μανιάτες διαχώριζαν και αυτοί ψυχή και σώμα.

Η ψυχή όμως των νεκρών ήταν άκακη και αόρατη σε αντίθεση με το σώμα το οποίο βρικολάκιαζε και γυρνούσε να πάρει εκδίκηση.

Άνδρα μου, νέος πέθανες, κι εμέν’ αφήνεις χήραν
στο σπίτι με το τρυφερό παιδί που εμείς οι δυο
οι άμοιροι εγεννήσαμεν· και δεν θα μεγαλώσει
οϊμένα, ότι γρήγορα τούτη θα πέσ’ η πόλις τώρα που εσύ εχάθηκες, ο στύλος της, η ασπίδα,
που τα παιδιά της έσωζες και τες σεμνές μητέρες,
που γρήγορα στα πλοία τους θενά μας ρίξουν όλες
και συ μαζί μου, τέκνον μου, θα είσαι να δουλεύεις
με κόπον σ’ έργα ουτιδανά καταδυναστεμένος
κάτω από κύριον σκληρόν, αν πρώτα δεν σε ρίξει
από του πύργου την κορφήν να κακοθανατίσεις
κανείς οπού του φόνευσεν ο Έκτωρ τον πατέρα,
τον αδελφόν ή το παιδί, διότι από το χέρι
εκείνου πλήθος Αχαιών εδάγκασαν το χώμα……»
Απόσπασμα: θρήνος της Ανδρομάχης για τον Έκτορα, Ιλιάδα ραψωδία Ω
«Κορώνα μου βασιλική, όπου στο άνθος της ζωής φεύγεις και πας στην
κάτου γη, και εμένα αφήνεις μοναχή, χήρα και κακορίζικη, με το μωρό
στην αγκαλιά, όπου με σένα γέννησα και θα ναι η μοίρα του κακιά, γιατί
η πόλη θα χαθεί και όλη θα αφανισθεί πριχού προφτάσει να αντρωθεί
και το σπαθί σου να ζουστεί……’’
“Μάνη φωτεινός και ελεύθερος τόπος”, Καλαποθαράκος, 2002)

Τα παραπάνω αποσπάσματα οφείλουμε να τα μελετήσουμε συγκριτικά. Το πρώτο είναι ο θρήνος της Ανδρομάχης για τον Έκτορα ενώ το δεύτερο είναι η μανιάτική του εκδοχή. Και τα δύο αποσπάσματα εκφέρονται από τη σύζυγο, τη μάνα ενός μωρού που έχασε τον άνδρα της, νέο σε ηλικία. Η μοίρα και το ριζικό δείχνουν την κακή τους πλευρά ,ενώ η πόλη κινδυνεύει.

Η ομοιότητα σε περιεχόμενο προκαλεί την εντύπωση αντιγραφής με αναχρονισμούς που την αποδεικνύουν, όπως το σπαθί ή η πόλη που απειλείται να χαθεί σαν την Τροία. Οι αναχρονισμοί αυτοί μικρή σχέση έχουν με την εποχή των μανιάτικων μοιρολογιών και συμπεραίνουμε πως κάποιος που ίσως γνώριζε το θρήνο της Ανδρομάχης, τον μιμούνταν. Βέβαια, η αιτία μίμησης παραμένει ασαφής.

Μήπως κατανοούσε την ιστορική σημασία του και το θεωρούσε προγονική μορφή των παραδόσεών του; Ή μήπως απλά πέρασε άκριτα από γενιά σε γενιά; Κάποιος ίσως το απέδιδε σε απλή σύμπτωση, διότι καταστάσεις με γυναίκες που χάνουν τον άνδρα τους υπήρξαν και υπάρχουν.

Έλεγε κλαίοντας και ομού στενάζαν κι οι πολίτες και πρώτη εμοιρολόγησε των γυναικών η Εκάβη:

«Τέκνον, τι έπαθα η πικρή! Και ακόμη εγώ θα ζήσω,
αφού μου απέθανες εσύ, που ημέρα νύκτα ήσουν
το ζηλευτό καμάρι μου…»
Ο θρήνος της Εκάβης για τον Έκτορα( Ιλιάδα ραψ.Ω)

«Σήμερον μαύρος Ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα, σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται»
Ο θρήνος της Παναγίας, Μ.Παρασκευή
Παρατηρούμε στα παραπάνω αποσπάσματα τον πόνο της μάνας. Ο έπαινος του νεκρού και η οδύνη με προσωποποίηση της φύσης που μαυρίζει από την λύπη.

“Ηέλιον προλιπούσα φαεσφόρον,εις Αχέροντα Σωσικράτει’ έμολον,
πατρί συνεσπομένη. Κουρίδιον προλιπούσα πόσιν και μητέρα λυγράν,
ήλυθον εις Αίδην πένθος αφείσα δόμοις. Οκτωκαιδεκέτη δε χρόνον
κατ’ ήμαρ. ουκ είσχυσα λιπείν σπέρμα φίλω γαμέτη βαστάζουσα
βρέφος κατά νήδυος, ο γλυκύ φέγγος ζωής πριν κατιδείν, δύνε μυχούς
σκοτίους”. Μοιρολόι από την ελληνιστική Τευθρώνη

Η μανιάτικη μορφή του:

«Αφηκα τ’ άστρι της μερός
στον κάτου κόσμο ήρθεκα
η δόλια Σωσικράτεια,
τον κύρη μου αγκλούθησα
και άφηκα τον άντρα μου
τη μαύρη τη μανούλα μου
στον Αδη εκατέβηκα
και μαύρισε το σπίτι μου.
Χρόνους κλειστούς δέκα οχτώ
μέρα τη μέρα έζησα
και κλήρα δεν του άφηκα
του γιαλεχτού μου σύντροφου,
τι το παιδί μας στην κοιλιά
πρίχου ο ήλιος καν το ιδεί
κοντά μου το συνάπαρα
στ’ Αδη τα μαύρα τάρταρα»

Εδώ, έχουμε μια μανιάτικη μεταφορά του πρωτότυπου ελληνιστικού κειμένου. Φαίνεται πως η Μάνη είχε επαφή με τους παλιούς θρήνους. Διατηρείται το αρχαιοπρεπές όνομα, Σωσικράτεια, η οποία είναι έγκυος και μιλά η ίδια, σαν να μοιρολογεί τον εαυτό της. Ο Άδης και τα Τάρταρα χρησιμοποιούνται αντί για την Κόλαση και την μεταθανάτιο ζωή. Πάντως η σχέση της διαλέκτου με τα αρχαΐζοντα ονόματα δημιουργεί μια μορφή υβριδική, σα να μην έγινε ποτέ πραγματική μετάβαση από την «παλαιά» θρησκεία στο χριστιανισμό.

Για να συνοψίσουμε, οι Μανιάτες, απομονωμένοι γεωγραφικά και πνευματικά, διατήρησαν αντιλήψεις για τη ζωή και το θάνατο από την Αρχαιότητα. Τους παρομοιάζουν με τους αρχαίους Σπαρτιάτες εξαιτίας της ιδιόμορφης κοινωνίας τους, μια παρομοίωση παρακινδυνευμένη.

Οι ομοιότητες αρχαίας και νεότερης εποχής φαίνονται στα μοιρολόγια. Φυσικά, υπάρχουν και διαφορές εξαιτίας της εξέλιξης και της διείσδυσης του χριστιανισμού. Ο οκτασύλλαβος στίχος των μεσομανιάτικων μοιρολογιών ξεκινά ήδη από την αρχαϊκή περίοδο. Ακόμη και το περιεχόμενο είναι κοινό με επαινετικά λόγια, έκφραση συναισθημάτων, παρομοιώσεις με φυσικά φαινόμενα κα. Είναι εκπληκτικό πώς κάποια μανιάτικα μοιρολόγια αντιγράφουν επακριβώς αρχαίους θρήνους. Από τις μαρτυρίες φαίνεται πως οι Μανιάτες δεν ήξεραν την καταγωγή των παραδόσεών τους, απέδιδαν την τέχνη του μοιρολογιού στον πόνο και την έντονη ψυχική κατάσταση των γυναικών.

Εντάσσεται εδώ ο εξής προβληματισμός: πώς μερικά μοιρολόγια που είδαμε είναι σχεδόν ακριβής αντιγραφή αρχαίων θρήνων; Μήπως είναι μεταγενέστερη μίμηση; Μήπως αποτελούν προϊόν φιλολογικής παρέμβασης; Η μήπως τελικά είχαν οι Μανιάτες διασώσει προφορικά αρχαίους θρήνους;

Τα μανιάτικα μοιρολόγια, σε γενικές γραμμές, φαίνεται πως έχουν καταφέρει να αποδείξουν πως είναι απόγονοι των αρχαίων επιτάφιων ασμάτων. Η λεξιλογική και δομική προσέγγιση, όμως, αποδεικνύει πως δεν είναι δυνατόν να πρόκειται μόνο για απλή συνέχεια μιας «βολικής» παράδοσης.

Το μοιρολόι σε αρχαία και νέα χρόνια ήταν ένα μέσο κοινωνικής ανέλιξης, ιδίως για τις γυναίκες που ήταν αποκλεισμένες από τα κοινά, ίσως δηλαδή να μην ήταν μόνο αυτό που φαίνεται: μια απλή ανάγκη τιμής.

Βιβλιογραφικές αναφορές

ΓΙΑΝΝΑΚΟΔΗΜΟΥ, Κ. (2020). Οι Γυναίκες και το Μοιρολόι στην Περιοχή της Μάνης (Μεταπτυχιακή διατριβή) .Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Ρόδος.
από:https://hellanicus.lib.aegean.gr/bitstream/handle/11610/20967/%27%27%CE%93%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BA%CE%B5%CF%82%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%9C%CE%BF%CE%B9%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B9%20%CF%83%CF%84%CE%B7%20%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CE%AE% (28 Ιουνίου 2022)
Kατσουλάκος, Δ.(2022). Η Νότια Κοίλη Λακεδαιμονίων και τα Μοιρολόγια της, Αθήνα, 24γράμματα.

Alexiou, M. (1974). O Τελετουργικός Θρήνος Στην Ελληνική Παράδοση. Μτφρ. Δ.Ν. Γιατρομανωλάκης, Π. Ροΐλος. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. 2008.
Kurtz, D., και Boardman, J. (1971). Έθιμα Ταφής στον Αρχαίο Ελληνικό Κόσμο. Μτφρ. Ο. Βιζυηνού, Θ. Ξένος. Αθήνα: Ινστιτούτο του βιβλίου Καρδαμίτσα. 2018.
Seremetakis, Ν. (1991) Women, Death & Divination in inner Mani. Chicago: University of Chicago Press books

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ