Εικόνες, που δεν ήταν συνηθισμένες για την καθ’ ημάς πραγματικότητα καταγράφονται καθημερινά σε σούπερ μάρκετ, λαϊκές αγορές και εν γένει σε καταστήματα τροφίμων. Καταναλωτές αγοράζουν, όχι πλέον με το κιλό, αλλά με το κομμάτι λαχανικά, φρούτα και άλλα είδη, καθώς πέρα από την τάση για μείωση της σπατάλης τροφίμων προσπαθούν να κρατήσουν “δυνάμεις” για να ανταπεξέλθουν σε σειρά υποχρεώσεων.

Με τους εκκαθαριστικούς λογαριασμούς ρεύματος να καταφθάνουν, αλλά και τις πληρωμές για τα φυσικό αέριο των χειμερινών μηνών να τρέχουν δεν μένουν πολλά για “ακρότητες” στα σούπερ μάρκετ και τα άλλα καταστήματα. Το ενδιαφέρον βέβαια είναι ότι πέρα από τα άλλα είδη, λιγότερα βασικά από αυτά της διατροφής, που έχουν μειωθεί, και τα πολύ βασικά για την καθημερινότητα έχουν πέσει, σε ό,τι έχει να κάνει, βέβαια, με τους όγκους και όχι με την αξία. Άλλωστε η αύξηση των τιμών ως ένα σημείο αναπληρώνει το έλλειμμα στους τζίρους.

 

Τα στοιχεία

Είναι ενδεικτικό ότι κατά 5,4% υποχώρησε ο συνολικός τζίρος στα σούπερ μάρκετ σε σχέση με την αντίστοιχη εορταστική περίοδο πέρυσι που, όμως δεν συνέπεσε ημερολογιακά καθώς ήταν μια εβδομάδα αργότερα από τη φετινή με βάση τη NilesenIQ. Ωστόσο βέβαια ο τζίρος ήταν 12,8% υψηλότερος από τις πωλήσεις από την περίοδο πριν πανδημία.

Προφανή αίτια της όλης εικόνας είναι τα διαθέσιμα εισοδήματα των νοικοκυριών, αλλά και η μεγάλη έξοδος από τα μεγάλα αστικά κέντρα μετά από δύο χρόνια εγκλεισμού.

Έτσι, στα αστικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης οι πωλήσεις των σούπερ μάρκετ μειώθηκαν κατά 12,7% και 11,1% αντίστοιχα. Αντιθέτως σημαντική ανάπτυξη, σημείωσαν οι πωλήσεις στην περιοχή της Κεντρικής Ελλάδας (+9,3%), αλλά και της Πελοποννήσου (+11,4%).

Οι κατηγορίες αγαθών

Σε ότι αφορά τις επιμέρους κατηγορίες οι πωλήσεις προϊόντων bazaar υποχώρησαν κατά 13,5%, ενώ πτώση 10,7% εμφάνισαν οι πωλήσεις προϊόντων για την φροντίδα του νοικοκυριού. Στα φρέσκα και επί ζυγίω προϊόντα, για τα οποία η NielsenIQ πλέον διαθέτει στοιχεία σε επίπεδο κατηγοριών, καταγράφηκε συνολική μείωση της τάξης του 1,7%. Τα αμνοερίφια, στο σύνολό τους, σημείωσαν πτώση κατά 3,4%, και πιο συγκεκριμένα, το αρνί κατά -2,6% και το κατσίκι κατά -5.7%.

Αντιθέτως αύξηση κατά 52,4% σημείωσαν οι πωλήσεις σε πρόβατο λόγω τιμής. Από τη μελέτη των τάσεων των επιμέρους κατηγοριών προκύπτει πως ο καταναλωτής προτίμησε να αντικαταστήσει τον οβελία με άλλα κρεατοσκευάσματα, οι πωλήσεις των οποίων αυξήθηκαν κατά 4,7%, ενώ η αύξηση των πωλήσεων του μοσχαρίσιου κρέατος ήταν αποτέλεσμα της αύξησης της τιμής του και όχι του όγκου πωλήσεων, αφού κινήθηκε ναι μεν θετικά σε τζίρο, στο +8,3%,αλλά ήταν πτωτικό σε όγκο κατά -4,6%.

Όσον αφορά στις λοιπές κατηγορίες των φρέσκων-χύμα προϊόντων, παρατηρήθηκε αυξητική τάση για τα πουλερικά και το κοτόπουλο, τα οποία σημείωσαν υψηλότερες πωλήσεις κατά 5.5% και 5.7% αντίστοιχα, ενώ τα λαχανικά παρέμειναν στα ίδια επίπεδα με πέρυσι για τα οποία καταγράφηκε μια οριακά αυξημένη τάση στο +0,6%, με τις ντομάτες (+11,6%), τα αγγούρια (+17,2%), αλλά και τα μαρούλια (+33,2%) να συγκρατούν, λόγω ανατιμήσεων, τον συνολικό τζίρο των λαχανικών.

Ο “σφυγμός”

Όπως χαρακτηριστικά, πάντως, ανέφερε μιλώντας πρόσφατα σε συνέντευξη τύπου ο επικεφαλής της μεγάλης αλυσίδας οργανωμένου λιανεμπορίου ΜΕΤΡΟ ΑΒΕΕ Αριστοτέλης Παντελιάδης οι καταναλωτές αντιμετωπίζουν δυσκολίες. “Δεν είμαι αισιόδοξος ότι θα δούμε αντιστροφή της κατάστασης φέτος. Εξαρτάται από λήξη του πολέμου. Ισως να δούμε μόνο το ταβανι, αλλά δε θα αλλάξει αυτή η εικόνα” σημείωσε τονίζοντας ότι ειδικά το Πάσχα καταγράφηκε μια σημαντική για τα χρονικά του οργανωμένου λιανεμπορίου πτώση των όγκων με τους καταναλωτές να ψωνίζουν πολύ προσεκτικά.

Να σημειωθεί ότι με βάση τον επικεφαλής του ομίλου ΜETRO δεν αναμένεται αναστροφή των ανατιμητικών τάσεων, ενώ ο ίδιος υπογράμμισε πως έως σήμερα έχουν περάσει στο «ράφι» οι μισές εκ των νέων αυξημένων τιμών που υποδέχεται πλέον το λιανεμπόριο από τους προμηθευτές του. Παρά την έλλειψη ορατότητας για το εγγύς μέλλον, εξαιτίας της μεγάλης ρευστότητας στο διεθνές σκηνικό αλλά και των πληθωριστικών πιέσεων, το λιανεμπόριο και οι προμηθευτές συγκράτησαν ως ένα βαθμό τη μετακύλιση τιμών στον τελικό καταναλωτή για τους πρώτους μήνες του 2022, χωρίς πλέον να διαθέτουν τα σχετικά περιθώρια.

Η συνολική εικόνα
Να σημειωθεί πάντως ότι η άνοδος των τιμών έχει τονώσει την αξία των πωλήσεων όμως ακόμη και με αυτό το κριτήριο είναι εμφανές τους τελευταίους μήνες ότι τα πράγματα “φρενάρουν” για το λιανεμπόριο.’

Έτσι, αύξηση 14,6% σημείωσε ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων του λιανικού εμπορίου της χώρας το α’ τρίμηνο εφέτος και ανήλθε σε 12,8 δισ. από 11,2 δισ. ευρώ το α’ τρίμηνο 2021. Ενώ υπήρξε μείωση 16,7% σε σχέση με το δ’ τρίμηνο του 2021 που είχε διαμορφωθεί σε 15,4 δισ. ευρώ.

Οι δραστηριότητες που παρουσίασαν τη μεγαλύτερη αύξηση στον τζίρο το α’ τρίμηνο του 2022 σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2021 είναι: Λιανικό εμπόριο μεταχειρισμένων ειδών σε καταστήματα (66,1%) και Λιανικό εμπόριο υποδημάτων και δερμάτινων ειδών σε ειδικευμένα καταστήματα (55,1%). Στον αντίποδα, οι δραστηριότητες που παρουσίασαν τη μεγαλύτερη μείωση είναι: Λιανικό εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, ενδυμάτων και υποδημάτων σε υπαίθριους πάγκους και αγορές (3,7%) και Λιανικό εμπόριο ψαριών, καρκινοειδών και μαλακίων σε ειδικευμένα καταστήματα (7,3%).

Επίσης, αύξηση 25,6% σημείωσε ο δείκτης κύκλου εργασιών στο χονδρικό εμπόριο της χώρας τον Μάρτιο εφέτος, από αυξήσεις 27,7% τον Φεβρουάριο και 14% τον Ιανουάριο.

Ενώ, σύμφωνα επίσης με την ΕΛΣΤΑΤ, ο δείκτης όγκου εμφάνισε μείωση 5,2% τον Μάρτιο, έναντι αύξησης 5% τον Φεβρουάριο και μείωσης 6% τον Ιανουάριο. Σήμερα, πάντως αναμένεται να δοθεί στη δημοσιότητα η έκθεση της ΓΣΕΕ για τα εισοδήματα του 2021 όπου αναμένεται να καταγραφεί η τάση για τα οικονομικά των μισθωτών.

Τα στοιχεία ΓΣΕΕ
Με βάση, δε, τις πρώτες επεξεργασίες καταφαίνεται ότι το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών παρέμεινε στάσιμο την περίοδο του lockdown, ενώ αυξήθηκε κατά 4,3% το γ’ τρίμηνο του περσινού έτους. Μια αύξηση, όμως, που προήλθε κυρίως από την πολιτική της καταβολής επιδομάτων που επέλεξε η κυβέρνηση για να στηρίξει συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, αλλά και από τους αυτοαπασχολούμενους.

Τα έσοδα των αυτοαπασχολούμενων αυξήθηκαν 1,6 δισ. ευρώ, ενώ οι αποδοχές των μισθωτών μόλις κατά 150 εκατ. ευρώ την ίδια περίοδο. Επί της ουσίας φαίνεται πως το εισόδημα των μισθωτών παρέμεινε στάσιμο, γεγονός το οποίο επίσης εκτιμάται ότι επηρεάζει αρνητικά την κατανάλωση.