Του Γιώργου Μουζόπουλου*

Η χώρα μας οδεύει προς την ταχεία απεξάρτηση από τη χρήση του λιγνίτη ως καύσιμου υλικού για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (απολιγνιτοποίηση), επικαλούμενη την ευρωπαϊκή οδηγία για την προστασία του περιβάλλοντος. Σίγουρα η μείωση εκπομπής των ρύπων από την καύση του λιγνίτη είναι ένα θετικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή. Μας ενδιαφέρει όλους, αλλά μήπως αυτό αποτελεί πρόφαση για στροφή σε πηγές ενέργειας που διαπνέονται από συμφέροντα; Το φυσικό αέριο και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν εναλλακτικές ενεργειακές λύσεις.

Σκεφτήκαμε ποτέ ότι η τιμή του φυσικού αερίου που εισάγουμε μπορεί να επηρεαστεί από γεωπολιτικές αναθεωρήσεις ή άλλα οικονομικά κρατικά συμφέροντα; Επίσης πόσο σίγουρο είναι ότι η ιδιωτικοποίηση της αγοράς ενέργειας (πχ. δημιουργία αιολικών πάρκων από ιδιωτικές εταιρείες) θα αποφέρει ανταγωνισμό και μείωση των τιμών; Η Ευρωπαϊκή Ένωση πιέζει τα κράτη για απολιγνιτοποίηση σε βάθος χρόνου, μέσω της αύξησης του κόστους των εκπεμπόμενων ρύπων, έτσι ώστε ο λιγνίτης να φαντάζει ζημιογόνος. Όμως τι κάνουμε εμείς και τι κάνουν τα άλλα κράτη;

Όλα τα κράτη προχωρούν στην απολιγνιτοποίηση, αλλά με διαφορετικό ρυθμό έτσι ώστε να υπάρχει μια ομαλή μετάβαση μέχρι το 2030 και να εκμεταλλευτούν τα υπάρχοντα αποθέματα λιγνίτη όσο γίνεται περισσότερο. Μάλιστα η Γερμανία φαίνεται ότι δεν ακολουθεί τις χρονικές δεσμεύσεις και παρουσιάζει πρόγραμμα απολιγνιτοποίησης μέχρι το 2040. Η χώρα μας αρχικά συμφώνησε την σταδιακή παύση της λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων έως το 2028. Αιφνιδίως όμως άλλαξε χρονικό ορίζοντα και επίσπευσε την παύση της πλειονότητας των μονάδων έως το 2023 με μοναδική εξαίρεση τη λειτουργία του σταθμού Πτολεμαΐδα 5 έως το 2028!

Γιατί άραγε τα κράτη ακολουθούν διαφορετικούς ρυθμούς απολιγνιτοποίησης; Είναι δυνατόν εμείς να βιαζόμαστε από τη στιγμή που υπάρχουν τεράστια αποθέματα λιγνίτη στην χώρα μας; Θέλουμε όντως να πετύχουμε μια φιλοπεριβαλλοντολογική πολιτική;

Το ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ προτείνει μια δίκαιη μετάβαση σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Με ένα ολοκληρωμένο σχέδιο προκειμένου να οδηγηθούμε σταδιακά σε πλήρη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα για την παραγωγή ενέργειας, όπως είναι ο λιγνίτης. Ένα σχέδιο δίκαιης και όχι βίαιης μετάβασης.

Μια δίκαιη μετάβαση αρχικά για τον ίδιο τον λιγνίτη αναγνωρίζοντας την αξία του ως ενεργειακή ύλη που στήριξε ενεργειακά την Ελλάδα για πολλά συναπτά έτη.

Μια δίκαιη μετάβαση για το περιβάλλον, για το ανθρώπινο δυναμικό που έχασε την δουλειά του με το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων και για τις τοπικές κοινωνίες. Ασφαλώς μιλάμε για την αποφυγή μιας βίαιης μετάβασης, δηλαδή του απότομου κλεισίματος των λιγνιτικών μονάδων, με την έννοια πρώτα να εξασφαλιστούν ή να δρομολογηθούν εναλλακτικές πηγές ενέργειας έτσι ώστε να εξυπηρετούνται οι ενεργειακές ανάγκες με φθηνό κόστος για τον καταναλωτή. Πρέπει να μεριμνήσουμε έτσι ώστε να μην εξαρτόμαστε ενεργειακά σε μεγάλο ποσοστό από το φυσικό αέριο που το παράγουν άλλοι και το εμπορεύονται όπως αυτοί θέλουν. Ταυτόχρονα δεν θα πρέπει να διαχέεται στην κοινωνία ότι με αυτές τις βιαστικές κινήσεις εξυπηρετούνται συμφέροντα!

Η ενεργειακή δικαιοσύνη και η δημοκρατία στην ενέργεια επιτρέπουν την εφαρμογή φιλολαϊκών πολιτικών. Για να γίνει ουσιαστική απανθρακοποίηση πρέπει πρώτα να προχωρήσουν με μεγάλη ταχύτητα οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις σε εξοικονόμηση ενέργειας, με ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με ισχυρά δίκτυα και συστήματα αποθήκευσης, με δημιουργία ενεργειακών κοινοτήτων, με δυνατότητα επιδότησης για τον αγρότη ή τον κτηνοτρόφο να παράγει ρεύμα (φωτοβολταϊκά) μια ξεκάθαρη θέση του ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ γνωστή ως ενεργειακό διαβατήριο για το μέλλον. Αλλά ας δούμε τι εννοούμε δίκαιη μετάβαση στις διάφορες ενεργειακές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές πτυχές.

Δίκαιη μετάβαση για τον λιγνίτη. Η Ελλάδα κατέχει την τρίτη θέση σε αποθέματα λιγνίτη μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την έβδομη θέση αντίστοιχα στον κόσμο. Τα εκμεταλλεύσιμα αποθέματα της χώρας μας υπολογίζεται πως επαρκούν για περισσότερο από 45 χρόνια. Επομένως πόσο εύκολο είναι να περιφρονήσουμε το εθνικό μας καύσιμο, που για πολλά συναπτά έτη χάρισε την ενεργειακή ανεξαρτησία στη χώρα μας; Υπολογίζεται ότι όλα αυτά τα χρόνια έχει αξιοποιηθεί μόνο το 30% των αποθεμάτων λιγνίτη. Η χρήση εγχώριων πηγών ενέργειας όπως η χρήση λιγνίτη για την Ελλάδα, εξασφαλίζει την ενεργειακή κάλυψη ακόμα και όταν συμβαίνουν γεωπολιτικές αναθεωρήσεις (πχ. πόλεμοι) ή άλλου τύπου καταστροφές σε άλλα κράτη, που είναι προμηθευτές άλλων πηγών ενέργειας (πχ. φυσικό αέριο).

Επιπλέον ο λιγνίτης δίκαια θεωρείται καύσιμο στρατηγικής σημασίας, αφού έχει χαμηλό κόστος εξόρυξης και χαρακτηρίζεται από σταθερή και ελέγξιμη τιμή. Συνάμα θα μπορούσε να αποφέρει μεγάλη εξοικονόμηση συναλλάγματος για τη χώρα μας, αν δεν υπήρχε η υποχρεωτικότητα που επιβάλλει η Ευρωπαϊκή Ένωση για την προμήθεια ενέργειας από άλλες χώρες. Σε αυτά τα πλεονεκτήματα στηρίχτηκε η πρόσφατη στροφή της χώρας μας στον παλιό καλό φίλο μας τον λιγνίτη, που φαίνεται ότι τολμά να μας συμπαραστέκεται ακόμα και στα δύσκολα, παρά την περιφρόνηση που τυγχάνει. Σημειώνεται ότι τον μήνα Ιανουάριο ο λιγνίτης κάλυψε το 7% των ενεργειακών αναγκών της χώρας μας. Κάτω από την ασφυκτική πίεση της αυξανόμενης τιμής ρεύματος, τον Φεβρουάριο η λιγνιτική παραγωγή αυξήθηκε στο 19.83%.

Γεγονός που σημάδεψε την πτώση της τιμής της μεγαβατώρας κατά 65 ευρώ τουλάχιστον, αφού η χρήση του ακριβού πλέον φυσικού αερίου περιορίστηκε κατά 8%, δεδομένου ότι οι λιγνιτικές μονάδες είναι κατά πολύ φθηνότερες από τις μονάδες φυσικού αερίου. Στον αντίποδα, πολλοί υποστηρίζουν ότι ο Ελληνικός λιγνίτης είναι χαμηλότερης ποιότητας και επομένως μικρότερης ενεργειακής απόδοσης σε σχέση με τα κοιτάσματα άλλων χωρών. Μάλιστα θεωρούν ότι για αυτό το λόγο η Ελλάδα υιοθέτησε ένα περισσότερο ταχύ πρόγραμμα απανθράκωσης-απολιγνιτοποίησης σε σχέση με τις άλλες χώρες, διότι η χαμηλή απόδοση συνδυάζεται με οικονομική ζημία.

Για παράδειγμα, η θερμογόνος δύναμη του ελληνικού λιγνίτη κυμαίνεται μεταξύ 975-1.162Kcal. Εξαίρεση αποτελούν τα κοιτάσματα στην Φλώρινα και την Ελασσόνα που αποδίδουν 1927 -2257 kcal. Συγκριτικά, τα λιγνιτικά κοιτάσματα της Πολωνίας αποδίδουν από 1.900-2.400 kcal/kg και της Γερμανίας από 1.870-2.750 kcal/kg. Αφού η ποιότητα του Ελληνικού λιγνίτη είναι χαμηλή, τότε πως εξηγείται το αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον επιχειρήσεων ιδίως από την Αυστραλία για την εκμετάλλευση του; Εξάλλου οι ενεργειακές ανάγκες της Πολωνίας με πληθυσμό 38.000.000 κατοίκους και της Γερμανίας με πληθυσμό 84.000.000 κατοίκους είναι πολλαπλάσιες από τις δικές μας.

Αναλογικά η απόδοση του Ελληνικού λιγνίτη επαρκεί για τα δεδομένα της Ελλάδας και το αυξημένος κόστος ανά παραγωγή μεγαβατώρας αμβλύνεται συνολικά από τις μικρότερες ενεργειακές ανάγκες συγκριτικά με τις προαναφερόμενες χώρες. Επομένως ο Ελληνικός λιγνίτης χρήζει ιδιαίτερης προστασίας, αλλά και αναγνώρισης της αξίας του, που μας στήριξε για πολλά χρόνια. Είναι επιτακτική βέβαια η ανάγκη να υπάρξει μια ομαλή μετάβαση σε άλλες πράσινες πηγές ενέργειας (φιλικές προς το περιβάλλον) για λόγους κλιματικής αλλαγής, με ένα σταδιακό όμως απογαλακτισμό από τον λιγνίτη και όχι απότομα όπως επέλεξε η κυβέρνηση από την αρχή της θητείας της. Ο λιγνίτης το αξίζει!

Δίκαιη μετάβαση για το περιβάλλον. Τα ορυκτά καύσιμα όπως ο λιγνίτης είναι ρυπογόνα για το περιβάλλον. Μάλιστα ο λιγνίτης είναι 6 φορές περισσότερο ρυπογόνος σε σχέση με άλλα καύσιμα λόγω του αυξημένου ποσοστού υγρασίας (35-65%) του μείγματος και είναι υπεύθυνος για το 30% της εκπομπής επικίνδυνων ρύπων στην Ελλάδα που συμβάλει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου και στην υπερθέρμανση του πλανήτη.

Το φυσικό αέριο ως ορυκτό καύσιμο, είναι επίσης ρυπογόνο, αλλά πολύ λιγότερο από τον λιγνίτη. Εκτιμάται ότι η Ελλάδα παρουσιάζει το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό εκπομπής ρύπων στην Ευρώπη, αλλά αυτό μετρήθηκε την εποχή που η συμμετοχή του λιγνίτη στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας άγγιζε το 45%. Υποστηρίζεται ότι με την καύση του λιγνίτη μεταφέρονται επικίνδυνα χημικά στοιχεία και βαρέα μέταλλα στην ατμόσφαιρα, στα εδάφη και στα ύδατα, επηρεάζοντας δυσμενώς την ανθρώπινη υγεία (πρόκληση αναπνευστικών και καρδιαγγειακών παθήσεων), αλλά και την ανάπτυξη των οικοσυστημάτων.

Βέβαια τα στοιχεία αυτά είναι περισσότερο εμπειρικά, καθώς δεν υπάρχουν επιδημιολογικές μελέτες στις περιοχές όπου εδράζονται οι λιγνιτικές μονάδες. Το κόστος για την εκπομπή ρύπων διοξειδίου του άνθρακα ανεβαίνει κάθε χρόνο και έχει σκαρφαλώσει στα 300.000.000 ετησίως σύμφωνα με την ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία, αφού ξεπερνάμε κατά 20% τα όρια των εκπεμπόμενων ρύπων. Υπολογίζεται ότι το 2030 το κόστος θα είναι 30€/τόνο ρύπων.

Το γεγονός αυτό εγείρει αμφιβολίες για το κατά πόσο η χρήση του λιγνίτη είναι επικερδής. Παράλληλα το κόστος αυτό επηρεάζει και την τσέπη του καταναλωτή, αφού ένα μέρος καλείται να το πληρώσει μέσω της ρήτρας CO2 που υπάρχει στους λογαριασμούς. Ταυτόχρονα η κατασπατάληση του νερού για την λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων αποτελεί ένα επιπλέον μειονέκτημα για την προστασία του περιβάλλοντος. Αναφέρεται ότι περίπου 50.000.000 τόνοι νερού αντλούνται για τη λειτουργία του συνόλου των λιγνιτικών μονάδων.

Για να καταλάβουμε το μέγεθος σπατάλης του νερού, αξίζει να αναφέρουμε ότι οι ανάγκες ύδρευσης για 300.000 κατοίκους καλύπτονται με 43.000.000 τόνους. Αδιαμφισβήτητα όμως η ρύπανση του περιβάλλοντος είναι από τις σοβαρότερες κατηγορίες που αποδίδονται στον λιγνίτη, αλλά αυτό σχετίζεται με την συγκεκριμένη τεχνική χρήσης του στις διάφορες μονάδες. Η λιγνιτική μονάδα Μελίτη Ι επιβαρύνει λιγότερο την ατμόσφαιρα και δεν υπερβαίνει τα ευρωπαϊκά όρια εκπομπής ρύπων.

Πριν βιαστούμε όμως να αναφωνήσουμε όχι άλλο κάρβουνο, θα πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως υπάρχουν τεχνικές καύσης του λιγνίτη λιγότερο ρυπογόνες; Μήπως θα πρέπει να προσελκύσουμε επενδύσεις δημιουργίας τεχνολογίας εκπομπής λιγότερων ρύπων, έτσι ώστε να περιορίσουμε την εξάρτηση από το φυσικό αέριο; Έχουν εκπονηθεί πολλές μελέτες εύρεσης τρόπων μείωσης των ρύπων πρωτογενώς ή κατά την παραγωγική διαδικασία. Έχει προταθεί η δέσμευση των ρύπων και η μεταφορά τους σε υπόγειους γεωλογικούς ταμιευτήρες. Επομένως αξίζει να εφαρμοστούν τα αποτελέσματα των μελετών σε πρακτική βάση. Αφού είμαστε πλούσιοι σε κοιτάσματα λιγνίτη θα πρέπει να βρούμε και τεχνικές χρήσης του που είναι λιγότερο ρυπογόνες.

Δίκαιη μετάβαση για το ανθρώπινο δυναμικό. Λόγω του προγράμματος αιφνίδιας απολιγνιτοποίησης αναμένεται να χαθούν 7000 θέσεις εργασίας. Το σημαντικό είναι ότι χάνονται οι θέσεις εργασίες από περιοχές όπου σημειώνεται σημαντική ανεργία, αφού εκεί δεν ανθούν άλλες μορφές οικονομίας λόγω γεωγραφικής θέσης και λόγω σύστασης του εδάφους.

Οι περιοχές δεν είναι πεδινές για την ανάπτυξη της γεωργοκτηνοτροφίας, ούτε υπάρχουν θάλασσες για την ανάπτυξη της αλιείας, ούτε υπάρχουν λιμάνια ή σιδηρόδρομοι για την ανάπτυξη του εμπορίου. Επομένως τι απομένει για αυτούς τους ανθρώπους που τόσα χρόνια έχουν μάθει να εργάζονται με την εξόρυξη και εκμετάλλευση του λιγνίτη; Ξαφνικά χάνουν τη γη κάτω από τα πόδια τους.

Μήπως θα πρέπει να υπάρξει μια πιο δίκαιη μετάβαση για αυτούς; Πρόταση αποτελεί η εγκατάσταση σε αυτές τις περιοχές τεχνολογίας εναλλακτικών πηγών ενέργειας και η απασχόληση του εργατικού δυναμικού σε αυτές. Υποστηρίζεται ότι οι εκτάσεις των λιγνιτικών μονάδων είναι κατάλληλες για την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών και αιολικών πάρκων. Με τον τρόπο αυτό δεν πάνε χαμένες οι εγκαταστάσεις και τονώνεται το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων των γύρω περιοχών.

Ταυτόχρονα η εξωηλεκτρική χρήση λιγνίτη αποτελεί μια εναλλακτική εκμετάλλευση των ήδη υπαρχόντων μονάδων, χωρίς σημαντική περιβαλλοντική επιβάρυνση. Προτείνεται η παραγωγή πολυμερών και συνθετικών καυσίμων, η εξαγωγή σπάνιων γαιών (για εξαρτήματα υπολογιστών, κινητών τηλεφώνων, ηλεκτρονικών αυτοκινήτων και μπαταριών), η παραγωγή νανοσωλήνων, φίλτρων καθαρισμού και ενεργού άνθρακα ή ανθρακονημάτων με ποικίλες εφαρμογές, η παραγωγή οργανοχημικών λιπασμάτων καθώς και η παραγωγή βιομάζας και βιοκαυσίμων.

Επομένως θα πρέπει η απολιγνιτοποίηση να γίνει με πρόγραμμα, λαμβάνοντας υπόψη τις τύχες των οικογενειών που απασχολούνται στις λιγνιτικές μονάδες. Να τεθούν χρονοδιαγράμματα εγκατάστασης άλλων πηγών ενέργειας και σταδιακά να γίνεται η απορρόφηση των εργαζομένων.

Επιπλέον να αξιοποιηθούν και οι εξω-ηλεκτρικές χρήσεις του λιγνίτη που είναι λιγότερο επιβλαβείς για το περιβάλλον. Ακολουθώντας την πρακτική ότι τίποτα δεν πάει χαμένο, μια πρακτική που εφαρμόζεται στα περισσότερα νοικοκυριά και είναι προσφιλής στους περισσότερους.

Δίκαιη μετάβαση για τις τοπικές κοινωνίες. Ο λιγνίτης έχει κατηγορηθεί για την υποχρεωτική μετεγκατάσταση οικισμών. Περίπου 4000 άνθρωποι μετεγκαταστάθηκαν σε νέους οικισμούς εξαιτίας της επέκτασης των λιγνιτικών μονάδων. Πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στους πληγέντες και ως προς την εύρεση εργασίας, αλλά και ως προς την χρέωση κατανάλωσης της ηλεκτρικής ενέργειας.

Επομένως συνοψίζοντας ο λιγνίτης είναι εδώ, είναι παρών και μπορεί ακόμα να συμβάλει στην ενεργειακή ανεξαρτησία της χώρας μέχρι να δημιουργηθούν οι υποδομές εναλλακτικών πηγών ενέργειας που δεν είναι επιβλαβείς για το περιβάλλον. Άλλωστε οι φίλοι στα δύσκολα….φαίνονται!

*Ο Γεώργιος Μουζόπουλος είναι Ιατρός – Ορθοπαιδικός Χειρουργός στο ΓΝ Λακωνίας – ΝΜ Σπάρτης, με Master στη Διοίκηση των Μονάδων Υγείας, Μέλος του ΚΙΝ.ΑΛ.- ΠΑ.ΣΟ.Κ Λακωνίας.