Απώλειες τόσο σε κυψέλες όσο και σε απασχολούμενους μετρά όλο και περισσότερο ο κλάδος της μελισσοκομίας στην Αρκαδία.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι μελισσοκόμοι στην περιοχή παραμένει ίδιο τα τελευταία δέκα χρόνια, καθώς, όπως εξηγεί στην «ΥΧ» ο πρόεδρος του Συνεταιρισμού Μελισσοκόμων Αρκαδίας, Σταύρος Δημάκος, δεν μπορούν να τρυγήσουν μέλι Ελάτης από το Μαίναλο. «Με αυτό το μέλι γίναμε γνωστοί, και αυτό το μέλι πουλούσαμε. Τώρα, είναι πολύ δύσκολο να πουλήσουμε κάτι άλλο. Οι ποσότητες που παράγουμε είναι τόσο λίγες, που δεν μπορούμε να βγάλουμε ούτε τα έξοδά μας».

Πανδημία

Το παρατεταμένο αυτό πρόβλημα έχει προκαλέσει ντόμινο επιπτώσεων. Όπως σημειώνει ο κ. Δημάκος, «ο κόσμος αποχωρεί κι αυτό αποδεικνύεται από το ίδιο το μητρώο μελισσοκόμων. Αρκετοί είναι όσοι στρέφονται σε άλλο επάγγελμα για να έχουν τη δυνατότητα να επιβιώσουν. Προσωπικά εγώ, ως επαγγελματίας, αναγκάστηκα να μειώσω αρκετά τον αριθμό των κυψελών μου για να συνεχίσει να είναι βιώσιμη η επιχείρησή μου».

Ο ίδιος επισημαίνει ότι η μεγαλύτερη ζημιά προκλήθηκε πέρσι, με το πρώτο λοκντάουν. «Βρεθήκαμε σε ένα σταυροδρόμι, γιατί έπρεπε να αποφασίσουμε αν θα ταΐσουμε το ζωικό κεφάλαιο ή τα σπίτια μας. Έτσι, δεν ξεχειμωνιάσαμε τα μελίσσια και τα χάσαμε».

Σύμφωνα με τον επόπτη στο Κέντρο Μελισσοκομίας Πελοποννήσου, Γιώργο Τσιάμπα, «η μείωση αφορά αυτούς που είχαν τη μελισσοκομία ως επικουρικό εισόδημα. Η τρέχουσα αύξηση του κόστους ενέργειας ανέβασε το κόστος παραγωγής, αλλά και η μείωση της ζήτησης από τον Έλληνα καταναλωτή, που αναζητά φθηνές τιμές, παραβλέποντας ποιοτικά χαρακτηριστικά, δεν βοηθάνε την ήδη δύσκολη κατάσταση».

Την ίδια ώρα, ζητήματα που φαίνεται ότι είχαν δρομολογηθεί παραμένουν ακόμα ανοιχτά, όπως για παράδειγμα το Μουσείο Μελισσοκομίας.